Τη χώρα μου την κάναντε ένα ξέφραγο αμπέλι,
Ο κάθε κλέφτης μπαίνει και αρπάζει ότι θέλει,
Οι φράχτες σας μποδίζουνε τον πρόσφυγα ικέτη,
Mα οι φίλοι με κατάντησαν φτωχό και υπηρέτη.
Εγώ το υποζύγιο, εργάτης, στυλοβάτης,
Κι εσείς οι αρχιτέκτονες της νέας αυταπάτες,
Εσείς οι μόνοι "άριστοι", οι άχρηστοι κηφήνες,
Για μένα, στην ανέχεια διαβαίνουνε οι μήνες.
Λεφτά δεν έχουν, λεν για μας, μα έχουν για οβίδες,
Κι εσύ στο φως περπάτησεες μα τίποτα δεν είδες,
Τα καλοκαίρια καίγομαι βουλιάζω το χειμώνα,
Και ψευτοζείς βελάζοντας σε δανεικό αχυρώνα.
Κουράστηκα ν' αμοίβομαι να υπηρετώ το θύτη,
Εντράπηκα, το βούλωσα και κλείστικα στο σπίτι,
Μα οργή θα κάνω τον καημό για νάβρω τη μιλιά μου,
Τα τρένα σας -ρε πούστηδες- σκοτώνουν τα παιδιά μου.
Σε ποιούς ανήκει τούτη η χώρα;
Στους καρχαρίες μέχρι τώρα.
Ποιος διαφεντεύει αυτό τον τόπο;
Ο κλέφτης με τον καιροσκόπο.
Στον πόλεμο που παίζουν οι μεγάλοι στη σκακιέρα,
Το κέρδος απ' τη φτώχια μου σηκώσαν για παντιέρα,
Να φύγω, φίλε δεν μπορώ, δεν έχω πια φεγγίτη,
Οι τράπεζες που έσωσα μου πήρανε το σπίτι!
All rights reserved